επιπόρπημα

ἐπιπόρπημα, τὸ (Α) [επιπορπούμαι]
1. ένδυμα που πορπώνεται, στερεώνεται με πόρπη στους ώμους, επενδύτης, είδος πανωφοριού
2. μανδύας, ενδυμασία κιθαρωδού
3. στολίδι τής πόρπης από χρυσό, άργυρο ή πολύτιμο λίθο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιπόρπημα — garment buckled over the shoulders neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπορπήματι — ἐπιπόρπημα garment buckled over the shoulders neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιπορπίς — ἐπιπορπίς, ἡ (Α) 1. φόρεμα, επενδύτης που κουμπώνει με πόρπη, επιπόρπημα 2. (κατ’ άλλη ερμην.) πόρπη …   Dictionary of Greek

  • τοὐπιπόρπαμα — ἐπιπόρπᾱμα , ἐπιπόρπημα garment buckled over the shoulders neut nom/voc/acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπόρπαμα — ἐπιπόρπᾱμα , ἐπιπόρπημα garment buckled over the shoulders neut nom/voc/acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.